ἀμβλύς

ἀμβλύς, -εῖα, -ύ
Grammatical information: adj.
Meaning: `blunt; dim, faint (of sight)' (ion. att.).
Derivatives: ἀμβλυώσσω (-ώττω) `be short-sighted' (Hp.), from *ἀμβλυ-ωψ, cf. ἀμβλυ-ωπός, also ἀμβλωπός, ἀμβλῶψ; Schwyzer 733 ζ, Sommer Nominalkomp. 3ff.,
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἀμβλύς can be from *ἀμλ-ύς. The connection with ἀμαλός is a mere guess which explains nothing. Perhaps to ἀμβλ(ακ)ίσκω (not from *h₂mlh₃us with Rix, MSS 27, 1970, 90, which would give *αμαλυς). One also tried to compare ἀμαλδύνω.
Page in Frisk: 1,89-90

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμβλύς — blunt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμβλύς — εία, ύ (AM ἀμβλύς, εῑα, ύ) 1. ο μη οξύς, ο μη κοφτερός 2. ο μη ζωηρός, επομένως άτονος, αδύνατος, εξασθενημένος 3. (για γωνίες) η μεγαλύτερη τής ορθής, σε αντίθεση προς την οξεία 4. το θηλ. ως ουσ. η αμβλεία (ενν. γωνία) γωνία μεγαλύτερη τής… …   Dictionary of Greek

  • αμβλύς, -εία, -ύ — 1. αυτός που δεν είναι οξύς, κοφτερός: Το μαχαίρι είναι πια αμβλύ. 2. (στη γεωμετρία), η μεγαλύτερη από την ορθή γωνία λέγεται αμβλεία. 3. αδυνατισμένος, άτονος: Η ακοή του είναι πια αμβλεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμβλέα — ἀμβλύς blunt neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀμβλέᾱ , ἀμβλύς blunt fem nom/voc/acc dual (epic ionic) ἀμβλύς blunt fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλυτέρων — ἀμβλύς blunt fem gen pl ἀμβλύς blunt masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλυτέρως — ἀμβλύς blunt adverbial ἀμβλύς blunt masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλέων — ἀμβλύς blunt masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀμβλέω̆ν , ἀμβλύς blunt masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλύ — ἀμβλύς blunt masc voc sg ἀμβλύς blunt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλύτατον — ἀμβλύς blunt masc acc sg ἀμβλύς blunt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλύτερον — ἀμβλύς blunt masc acc sg ἀμβλύς blunt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμβλειῶν — ἀμβλύς blunt fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.